σελεμίζω

και σελεμιάζω Ν [σελέμης]
1. (αμτβ.) ζω εις βάρος τών άλλων, παρασιτώ
2. (μτβ.) προμηθεύομαι κάτι χωρίς να πληρώσω, είμαι τρακαδόρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σελεμιάζω — Ν βλ. σελεμίζω …   Dictionary of Greek

  • σελεμιάζω — και σελεμίζω ζω παρασιτικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.